
Η υιοθέτηση της νέας Πολιτικής Διακήρυξης για τον HIV/AIDS από τη Συνάντηση Υψηλού Επιπέδου των Ηνωμένων Εθνών, που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 22 και 23 Ιουνίου, αποτελεί ένα σημαντικό μήνυμα σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής συνεργασία και η χρηματοδότηση της παγκόσμιας υγείας δοκιμάζονται. Η ισχυρή στήριξη που έλαβε η Διακήρυξη επιβεβαιώνει ότι ο στόχος για τον τερματισμό του AIDS ως απειλής για τη δημόσια υγεία έως το 2030 παραμένει εφικτός, αλλά και ότι απαιτεί ανανεωμένη πολιτική βούληση, επαρκείς πόρους και ουσιαστική συμμετοχή των κοινοτήτων.
Η νέα Πολιτική Διακήρυξη ευθυγραμμίζεται με τις βασικές στρατηγικές προτεραιότητες του UNAIDS για την περίοδο 2026-2031, δίνοντας έμφαση στη διασφάλιση βιώσιμων εθνικών αποκρίσεων στον HIV, στην ενίσχυση της ηγεσίας των κοινοτήτων, στην καταπολέμηση του στίγματος και των διακρίσεων, στην κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών που απειλούν τη συνέχιση των υπηρεσιών πρόληψης και θεραπείας, καθώς και στην καλύτερη ενσωμάτωση των υπηρεσιών HIV σε ισχυρότερα και πιο ανθεκτικά συστήματα υγείας.
Η Θετική Φωνή χαιρετίζει τη σαφή δέσμευση των κρατών για την ενίσχυση της πρόληψης, της εξέτασης και της θεραπείας για τον HIV, καθώς και για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων που εξακολουθούν να τροφοδοτούν την επιδημία. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου των κοινοτήτων και των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, όχι ως συμπληρωματικών εταίρων, αλλά ως βασικών πυλώνων της απόκρισης στον HIV. Τα κοινοτικά μοντέλα πρόληψης και εξέτασης και η υποστήριξη από ομότιμους αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής απόκρισης, ενώ η βιωσιμότητα και η χρηματοδότησή τους πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Παράλληλα, η νέα Διακήρυξη υπενθυμίζει ότι ο τερματισμός του AIDS δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την αντιμετώπιση των διακρίσεων και των κοινωνικών και νομικών εμποδίων που συνεχίζουν να αποκλείουν ανθρώπους από τις υπηρεσίες υγείας. Οι άνθρωποι που ζουν με HIV, τα τρανς άτομα, οι άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες, τα άτομα που εργάζονται στο σεξ, οι άνθρωποι που κάνουν χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και άλλοι πληθυσμοί που επηρεάζονται δυσανάλογα από τον HIV εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια που υπονομεύουν την πρόσβασή τους στην πρόληψη, την εξέταση και τη θεραπεία. Η άρση αυτών των εμποδίων αποτελεί προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική πρόοδο.
Όπως επισήμανε και ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Ηνωμένα Έθνη, Σταύρος Λαμπρινίδης, «πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις ανισότητες, να εξαλείψουμε το στίγμα και τις διακρίσεις και να ενισχύσουμε τις αποκρίσεις που καθοδηγούνται από τις ίδιες τις κοινότητες». Υπογράμμισε επίσης ότι οι κοινοτικοί φορείς πρέπει να συμμετέχουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό των εθνικών στρατηγικών και στην παροχή υπηρεσιών, ενώ η βιώσιμη χρηματοδότηση των κοινοτικών υπηρεσιών και των ανθρωποκεντρικών μοντέλων φροντίδας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μη μείνει κανείς πίσω.
Καθώς το παράθυρο για την επίτευξη των στόχων του 2030 στενεύει, είναι αναγκαίο οι δεσμεύσεις της νέας Πολιτικής Διακήρυξης να μετατραπούν σε συγκεκριμένες πολιτικές και δράσεις. Η επιστήμη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κοινωνική λογοδοσία και η ουσιαστική συμμετοχή των κοινοτήτων πρέπει να παραμείνουν στο επίκεντρο της απόκρισης στον HIV. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι ο στόχος για τον τερματισμό του AIDS ως απειλής για τη δημόσια υγεία θα γίνει πραγματικότητα.